11.7.20

Γεώργιος Βιζυηνός: Ὁ τελευταῖος Παλαιολόγος




Τὸν εἶδες μὲ τὰ μάτια σου, γιαγιά, τὸν Βασιλέα,
ἢ μήπως καὶ σὲ φάνηκε, σὰν ὄνειρο, νὰ ποῦμε,
σὰν παραμύθι τάχα;

-Τὸν εἶδα μὲ τὰ μάτια μου, ὡσὰν καὶ σένα νέα,
πὰ νὰ γενῶ ἑκατὸ χρονῶ, κι᾿ ἀκόμα τὸ θυμοῦμαι,
σὰν νἄταν χτὲς μονάχα.

Στὴν Πόλη, στὴν Χρυσόπορτα, στὸν πύργον ἀπὸ κάτου,
εἶν᾿ ἕνα σπήλαιο πλατύ, στρωμένο σὰν παλάτι,
σὰν ἅγιο παρακκλήσι;

Κανένας Τοῦρκος δὲν μπορεῖ νὰ κρατηθῇ κοντά του,
κανεὶς τῆς σιδερόπορτας ναὕρῃ τὸ μονοπάτι,
νὰ πὰ νὰ τὸ μηνύσῃ.

Μόνο κανένας Χριστιανός, κανένας ποὺ τὸ ξέρει,
περνᾷ π᾿ αὐτοῦ κρυφὰ κρυφὰ καὶ τὸν σταυρό του κάνει
μὲ φόβο καὶ μ᾿ ἐλπίδα.

1.6.20

Ἡ δωρεὰ τῆς «αἰώνιας νεότητας»



Ὁ Ἕλληνας (τὸ Ἑλληνικὸ πνεῦμα) εἶναι ὁ μόνος στὸν ὁποῖον ἐδόθη ἡ δωρεὰ τῆς «αἰώνιας νεότητας»· γι’ αὐτό, ὅταν ὁ κόσμος ἦταν «παιδί», προσέβλεπε σ’ αὐτὸν μὲ θαυμασμὸ —ἢ καὶ μὲ ζηλοφθονία. Σήμερα ποὺ ὁ κόσμος γέμισε ρυτίδες καὶ ἀσθένειες τὸν βλέπει μόνον ζηλόφθονα καὶ μὲ ἕναν φυλακισμένο θαυμασμὸ ποὺ ἔγινε πληγή, καὶ γιὰ τὸν κόσμο καὶ γιὰ τὸν Ἕλληνα.

Μ. Καπουσίδης - ΑΝΑΝΤΙΛΕΚΤΑ